Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

Μακεδονία ξακουστή… ναι, αλλά ποια Μακεδονία;


ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΞΑΚΟΥΣΤΗ… ΝΑΙ, ΑΛΛΑ ΠΟΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ; Η Άνω, η Κάτω, η Βόρεια, η Νότια, η Δώθε, η Κείθε ή μήπως του περιβόητου Ίλιντεν;

Ας πιάσουμε το κουβάρι της «ονοματολογικής κολοκυθιάς», που με προχειρότητα, πίεση και βιάση παίζουμε μήνες τώρα, ας το πιάσουμε από το πυροτέχνημα που προέκυψε αιφνιδίως τις τελευταίες εβδομάδες, από το περιβόητο, πλην παντελώς άγνωστο στους περισσότερους, «Ίλιντεν».
Θα ξεκινήσω ευθέως και ειλικρινώς, όπως πάντα, λέγοντας πως και μόνο η προφορά του συνιστά ντροπή και βλασφημία για τους χιλιάδες Μακεδόνες και Μακεδόνισσες που έχασαν τη ζωή τους και τα σπίτια τους από το μαχαίρι και τη φωτιά των κομιτατζήδων και των Βουλγάρων, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Ίλιντεν, το καλοκαίρι του 1903. Τι ήταν όμως το Ίλιντεν, αυτή η εξέγερση των Σλάβων που οραματίζονταν τη Μεγάλη Βουλγαρία, επιδιώκοντας να φτάσουν τα σύνορά τους μέχρι την Κατερίνη και τα όρια της Θεσσαλίας; Τι ακριβώς ήταν αυτή η εξέγερση που η ημερομηνία της εορτάζεται ως επίσημη εθνική γιορτή στα Σκόπια; Και γιατί φτάσαμε εμείς να το αποδεχόμαστε ελαφρά τη καρδία, θυμίζοντας τους ασυνείδητους, ήσυχους κι ευτυχείς του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή;
Δε χρειάζονται περισπούδαστες και ακαδημαϊκές αναλύσεις. Η παράθεση των γεγονότων αρκεί. Πολλά από τα παρακάτω στοιχεία προέρχονται από τις σημειώσεις που συνοδεύουν τις ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ.
Στις 20 Ιουλίου του 1903 (με το Παλαιό Ημερολόγιο) ξεκίνησε η επονομαζόμενη εξέγερση του Ίλιντεν (δηλαδή του Προφήτη Ηλία), η οποία υπήρξε ο καταλύτης που οδήγησε στην κύρια και αιματηρότερη φάση του Μακεδονικού Αγώνα.

Λίγους μήνες πριν, στο τέλος Απριλίου του 1903, μια σειρά βομβιστικών επιθέσεων έλαβε χώρα σε ολόκληρη τη μακεδονική επικράτεια της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Ανώτατη Μακεδονική Επιτροπή της Σόφιας (κομιτάτο), βλέποντας την ενεργοποίηση του πατριαρχικού και ελληνικού στοιχείου στη Μακεδονία και θέλοντας να προλάβει τη δημιουργία και την οργάνωση της «Μακεδονικής Άμυνας», που έστηναν ολομόναχοι ο Ίων Δραγούμης, ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης και ντόπιοι Μακεδόνες, αποφάσισε να επιταχύνει τις εξελίξεις και να κηρύξει «επανάσταση» για το καλοκαίρι του 1903. Τα προεόρτια ήταν οι βομβιστικές επιθέσεις και οι τρομοκρατικές ενέργειες που εξαπολύθηκαν την άνοιξη του ιδίου έτους για να προετοιμάσουν το «επαναστατικό κλίμα». Σε αυτές τις, δήθεν επαναστατικές, επιθέσεις, έχασαν τη ζωή τους στην πόλη της Θεσσαλονίκης 35 αθώοι άνθρωποι, όλοι Έλληνες, κανείς Τούρκος, Βούλγαρος ή Εβραίος, σύμφωνα με τις επίσημες οθωμανικές ανακοινώσεις. Καμία, επίσης, βουλγαρική ή εβραϊκή περιουσία δεν έπαθε το παραμικρό.

Εκτός Θεσσαλονίκης, είναι άγνωστο ποιοι ακριβώς εκτέλεσαν τις τρομοκρατικές ενέργειες, αλλά εντός της πόλεως τις ανέλαβαν οι επονομαζόμενοι «Γεμιτζήδες» εις την τουρκική, ήτοι «βαρκάρηδες». Ήταν απλώς μία προσωνυμία και καμία σχέση δεν είχαν με λεμβούχους. Επρόκειτο για μυστική βουλγαρική οργάνωση αναρχοσοσιαλιστικών τάσεων, που όμως ελεγχόταν και χρηματοδοτούνταν από τους Σλάβους εθνικιστές της Σόφιας. Τα μέλη της, όλοι απόφοιτοι του Βουλγαρικού Γυμνασίου Αρρένων Θεσσαλονίκης, συνελήφθησαν από τις οθωμανικές Αρχές, αλλά οι περισσότεροι, έπειτα από πίεση της επίσημης Βουλγαρικής Κυβέρνησης, αφέθηκαν ελεύθεροι.
Τη νύχτα της 19ης Ιουλίου 1903 άρχισε επισήμως η ψευτοεξέγερση σε ολόκληρη τη Μακεδονία και οι κομιτατζίδικες τσέτες (συμμορίες) επιτέθηκαν οργανωμένα κατά μεμονωμένων ελληνικών χωριών και ανίσχυρων οθωμανικών φυλακίων, ειδικά στη Δυτική Μακεδονία, στην περιοχή Μοναστηρίου (σημερινή ονομασία Μπίτολα). Ο σκοπός τους ήταν να σκοτώσουν Έλληνες των εθνικών επιτροπών της «Μακεδονικής Άμυνας» και συγχρόνως να δολοφονήσουν κάποιους Οθωμανούς αξιωματούχους, ώστε η τουρκική εκδίκηση να αφάνιζε τα ελληνικά (πατριαρχικά) χωριά.
Επί της ουσίας, η μόνη σημαντική μάχη που έδωσαν οι ψευτοεπαναστάτες ήταν στο ελληνικότατο Κρούσοβο, βορειότερα από το Μοναστήρι. Οι κομιτατζήδες των ομάδων Κάρεφ και Ντίνου κατάφεραν εντός δώδεκα ωρών να σπάσουν την άμυνα δεκαοκτώ Τούρκων στρατιωτών, να καταλάβουν την πόλη, να πυρπολήσουν κρατικά κτίρια και να σκοτώσουν Οθωμανούς υπαλλήλους, αλλά και αρκετούς Έλληνες Κρουσοβίτες, μέλη της «Μακεδονικής Άμυνας».
Στις 30 Ιουλίου ο Μπαχτιγιάρ Πασάς κύκλωσε το Κρούσοβο και ζήτησε από τους εξεγερμένους Βουλγάρους να παραδοθούν. Οι επικεφαλής βοεβόδες των συμμοριών αρνήθηκαν, αλλά δεν έμειναν να δώσουν μάχη και να υπερασπιστούν την πόλη. Τη νύχτα της 30ής Ιουλίου διέφυγαν αφήνοντας τους αμάχους να υποστούν τις συνέπειες. Αποτέλεσμα ήταν να λεηλατηθεί και να πυρποληθεί ολόκληρο το ελληνικό Κρούσοβο που καταστράφηκε εκ θεμελίων από τις αγριότητες των Τούρκων ατάκτων. Αυτός επί της ουσίας ήταν και ο σκοπός της σλαβικής «επανάστασης».
Η εξέγερση δεν αιφνιδίασε την τουρκική στρατιωτική διοίκηση και η καταστολή της υπήρξε άμεση. Αλλά οι αγριότητες και οι βιαιότητες δεν είχαν προηγούμενο. Συνολικά πυρπολήθηκαν και καταστράφηκαν ολοκληρωτικά 22 χωριά, άλλα 120 έπαθαν σοβαρές ζημιές, 50.000 άνθρωποι, κυρίως πατριαρχικοί, Έλληνες στο φρόνημα, έμειναν άστεγοι και 2.000 δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ. Η Αρετή, η μία εκ των δύο ηρωίδων του μυθιστορήματος, ζει την εξέγερση, αλλά και τις σφαγές και τις πυρπολήσεις στο μαρτυρικό Κρατερό Φλώρινας, εκεί όπου είχε τοποθετηθεί ως δασκάλα με δική της απαίτηση.
Στην Αθήνα, έγιναν ογκωδέστατα συλλαλητήρια και διαδηλώσεις για την πυρπόληση του Κρουσόβου και τη σφαγή των Ελλήνων, μα η επίσημη Ελληνική Κυβέρνηση κώφευε, συνιστούσε ψυχραιμία και άλλο δεν έπραττε παρά να κατηγορεί τους διαδηλωτές ως «γραφικούς», «μασκαράδες» και «πατριδοκάπηλους».
Κανένας από τους απαξιωτικούς αυτούς χαρακτηρισμούς δεν πτόησε τον απλό κόσμο, που απαιτούσε βοήθεια και συμπαράσταση στους αλύτρωτους αδελφούς της Μακεδονίας και της Θράκης. Η ουσιαστική βοήθεια στους Μακεδόνες και στις Μακεδόνισσες, που σφαγιάζονταν επί μία δεκαετία από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, ήρθε με τον θάνατο του Πρωτομάρτυρα Παύλου Μελά. Το ποτάμι της λαϊκής οργής φούσκωσε τόσο που η αδύναμη και τρεμάμενη Ελληνική Κυβέρνηση αναγκάστηκε να συναινέσει επιτέλους και να αποστείλει ελληνικά Σώματα στη Μακεδονία, εγκαινιάζοντας την ένοπλη και πλέον αιματηρή φάση του Μακεδονικού Αγώνα. Ενός αγώνα δύσκολου, ανορθόδοξου, οδυνηρού, μα και αφάνταστα ηρωικού και σπουδαίου. Ενός αγώνα που έγινε μονάχα από απλούς εθελοντές κι όχι από επιστρατευμένους. Από άνδρες οπλαρχηγούς Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρήτες, ήρωες σαν τον Παύλο Μελά και τον Τέλλο Άγρα. Μα και από γυναίκες ηρωίδες, ατρόμητες και ψυχωμένες, δυστυχώς άγνωστες και άγραφες στην εθνική μας μνήμη. Νοσοκόμες που περιέθαλπαν λαβωμένους Μακεδονομάχους σε μυστικά νοσοκομεία, αγρότισσες που εφοδίαζαν με τρόφιμα τα Ελληνικά Σώματα, ταχυδρόμους που μετέφεραν έγγραφα, κώδικες, ακόμη και πυρομαχικά, κρυμμένα στα μισοφόρια τους, πράκτορες Αʹ και Βʹ τάξεως που συνέδραμαν με τις πληροφορίες τους τα Ελληνικά Προξενεία, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράξενο και εκπληκτικό ακόμη και στις μέρες μας.
Και, φυσικά, πρώτες μεταξύ αυτών, οι ηρωικές δασκάλες, δεκαεννιάχρονα και εικοσάχρονα κορίτσια που έπαιρναν τα διπλώματά τους από το Κεντρικό Παρθεναγωγείο Θεσσαλονίκης, μα και από το Αρσάκειο και από τα Διδασκαλεία Φιλιππουπόλεως και Αδριανουπόλεως κι έπειτα ξεχύνονταν ολομόναχες στα απομονωμένα χωριά της Μακεδονίας και της Θράκης, παλεύοντας να βαστάξουν ζωντανή την πίστη, τη γλώσσα και το φρόνημα του Ελληνισμού. Με το πιστόλι κάτω από το μαξιλάρι τα βράδια και το αναγνωστικό στο χέρι τα πρωινά, κυνηγημένες απ’ τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, πληρώνοντας πολλές φορές αυτή τους την πίστη με τη ζωή τους. Όπως η Αικατερίνη Χατζηγεωργίου, που την έκαψαν ζωντανή μέσα στο σχολείο της στην Γκρίτσιστα της Γευγελής, ή η Βελίκα Τράικου, που τη δολοφόνησαν με μαχαίρια και την περιέφεραν γυμνή σε όλα τα χωριά της Θεσσαλονίκης εξευτελίζοντάς την.
Όλες αυτές οι ηρωικές Ελληνίδες, όλες αυτές οι ατρόμητες Μακεδόνισσες είναι οι ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ. Σε αυτές τις ψυχωμένες γυναίκες του λαού μας είναι αφιερωμένο τούτο το μυθιστόρημα του Μακεδονικού Αγώνα και για την άγια μνήμη τους το έχω γράψει με απροσμέτρητη συγκίνηση, σεβασμό κι ευγνωμοσύνη.
https://blog.psichogios