Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Η ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ.

Ας θυμηθούμε όμως εν συντομία την ιστορία της σφαγής της Νάουσας…
Τον Φεβρουάριο του 1822, η πόλη της Νάουσας αριθμούσε περίπου 1.000 οικογένειες, εκ των οποίων το 90%
 ελληνικές (οι περισσότερες απ’ τις υπόλοιπες, ήταν βουλγαρικές). Ήταν αρκετά εύπορη και ευημερούσα, καθώς
όπως λέγεται απολάμβανε και ειδικά προνόμια που της εξασφάλισε η
«βαλιντέ σουλτάνα» (βασιλομήτωρ). Παρ’ όλα αυτά όμως, ο λαός της Νάουσας θα ξεσηκωθεί ενάντια στον Τούρκο κατακτητή, με ηγετικές μορφές, τους Ζαφειράκη Λογοθέτη, τον Αναστάσιο Καρατάσο και τον Αγγελή Γάτσο. Γρήγορα απελευθερώνουν την Νάουσα και την γύρω περιοχή και φτάνουν μέχρι την Βέροια. Παρ’ ότι οι Τούρκοι φεύγουν τρομοκρατημένοι, εν τούτοις οι Έλληνες δεν κυριεύουν την πόλη, καθώς μαθαίνουν πως ήδη εκστρατεύει εναντίον τους ο διοικητής της Θεσσαλονίκης, Mεχμέτ Eμίν πασάς, γνωστός κι ως Αμπντούλ Eμπού Λουμπούτ (ο ροπαλοφόρος) με 15.000 στρατιώτες και 12 κανόνια. Κοντά στο εκστρατευτικό αυτό σώμα, ακολουθούσαν και 600 Εβραίοι, οι οποίοι είχαν πληρώσει τους Τούρκους για την απόκτηση των
δικαιωμάτων πάνω στους εν δυνάμει σκλάβους και την πώλησή τους στα
σκλαβοπάζαρα της εποχής.

Στην πόλη της Νάουσας καταφθάνουν περί τις 5.000 χιλιάδες οικογένειες των γύρω περιοχών για να προστατευτούν από την επερχόμενη καταστροφή. Οι όροι όμως είναι άνισοι. Ο Αμπντούλ Εμπού παρ’ όλη την αντίσταση που συναντά για έναν μήνα περίπου και τις απώλειες που προκαλείται απ’ αυτήν, θα φτάσει τελικά στην Νάουσα στις 11 Απριλίου 1822. Έπειτα από ολιγοήμερη αντίσταση περίπου 400 αγωνιστών και των συν αυτώ, τελικά η πόλη πέφτει στα χέρια των Οθωμανών στις 22 Απριλίου 1822. Ακολουθούν σκηνές αλλοφροσύνης. Η πόλη επί πέντε ημέρες γίνεται πεδίο σφαγών και λεηλασιών από Τούρκους και Εβραίους. Μαζί με τη Νάουσα, περίπου 120 χωριά
αποτεφρώθηκαν. Εκτιμήσεις, υπολογίζουν τον αριθμό των θυμάτων έως
περίπου 5.000, ενώ άλλοι τόσοι (κυρίως γυναικόπαιδα) αιχμαλωτίστηκαν για να πάρουν τον δρόμο των σκλαβοπάζαρων, αν και σύμφωνα με τα τουρκικά αρχεία, τα θύματα ήταν μόνο…409 κι άλλοι τόσοι περίπου οι αιχμάλωτοι. Οι σύζυγοι των τριών οπλαρχηγών εστάλησαν ως δώρο στον βεζίρη της Θεσσαλονίκης κι όπως μας πληροφορεί ο Σπυρίδων Τρικούπης, «η μεν γυναίκα του Γάτσου ετούρκευσεν αποδειλιάσασα ενώπιον των βασάνων, αι δε δύο άλλαι μη αλλαξοπιστήσασαι προσηλώθησαν (σ.σ.: καρφώθηκαν) απέναντι
αλλήλων όρθιαι επί του τοίχου μιας των αιθουσών του παλατίου του
θηριώδους βεζίρη, και απέθαναν πολυειδώς βασανιζόμεναι…». Άλλες
γυναίκες, αναζητώντας έναν πιο έντιμο θάνατο προτίμησαν να πνιγούν μαζί με τα παιδιά τους πέφτοντας καταρράκτη της Αράπιτσας στους
«Στουμπάνους», ο οποίος κατέληγε στην λίμνη του Παλαιοπύργου, που έκτοτε ονομάστηκε «Μαύρο Νερό» (ή «Μαύρη Λίμνη»).
Ο Αμπντούλ Εμπού
όμως, έχει μεριμνήσει και για το δώρο του Σουλτάνου, αλλά και την δική του διασκέδαση. Έτσι, συγκέντρωσε εν μέσω των στρατιωτών του, περίπου 1.500 αιχμάλωτους, άνδρες και γυναικόπαιδα, στην θέση Κιόσκι όπου εκεί οι Εβραίοι ανέλαβαν πρωταγωνιστικό ρόλο κι αφού τους έσφαξαν, τα κεφάλια τους ταριχεύτηκαν και στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη ως τεκμήριο της νίκης του, ενώ τα πτώματά τους αφέθηκαν βορά στα ζώα και στα αρπακτικά πουλιά. Ο θρύλος λέει, πως τόσο πολύ ήταν το αίμα που πότισε τη γη, ώστε για τα επόμενα πέντε χρόνια δεν φύτρωνε χορτάρι σ’ εκείνο το σημείο.
Έκθεση ξένου προξενείου στην Θεσσαλονίκη, περιγράφει τις δραματικές
σκηνές που προηγούνταν της «διαλογής» των σκλάβων και λάμβαναν χώρα πλάι στον τόπο των σφαγών: «Όλο το Κιόσκι είχε μετασχηματιστεί εις πανηγύρι κλαυθμώνος, ένθεν ανθρωπομακελείον, ένθεν αγοραπώλησις
αιχμαλώτων, γυναικών, παιδιών, διηρημένον εις πωλητάς, διαφόρους, ένας έχων την μητέρα, άλλος τα τέκνα, έσκουζαν και τσίριζαν τα παιδιά δια τας μάνας των, αλλά αδύνατον, διότι άλλος είχε τους μεν, άλλος τους δε…».

Δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα λοιπόν, οι εν Ελλάδι Εβραίοι, ως φαίνεται ενοχλούνται από τα κατορθώματα των προγόνων τους σε βάρος των Ελλήνων (τα οποία είναι πάμπολλα). Μπορεί οι γραικύλοι και ανελλήνιστοι «υπεύθυνοι» του υπουργείου Παιδείας, «ιστορικοί» ή μη, υποκινούμενοι ή μη, να κάνουν ότι μπορούν για να διαγράψουν την ιστορική μνήμη, κακοποιώντας και ευτελίζοντας την Ιστορία, δυστυχώς όμως γι’ αυτούς σήμερα υπάρχει και το διαδίκτυο κι έτσι τα απομνημονεύματα των πρωταγωνιστών και τα συγγράμματα των ιστορικών της εποχής μπορούν να βρουν βήμα, απαγκιστρωμένα από την κίβδηλη ενοχή του Αντισημιτισμού.
=============================================